Την εμπειρία του από την παρουσία του στον Παναθηναϊκό και τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στο ελληνικό ποδόσφαιρο περιέγραψε ο Ινιάκι Πένια, σε συνέντευξη που παραχώρησε στην ισπανική εφημερίδα «AS».
Ο τερματοφύλακας του «Τριφυλλιού» στάθηκε ιδιαίτερα στο ντέρμπι με τον Ολυμπιακό στο «Γεώργιος Καραϊσκάκης», αποκαλύπτοντας ότι δεχόταν επανειλημμένα παρεμβολές από λέιζερ, με στόχο να χάσει τη συγκέντρωσή του. Όπως ανέφερε, το φαινόμενο συνεχίστηκε για περισσότερα από 70 λεπτά, αναγκάζοντάς τον να προσπαθήσει ιδιαίτερα ώστε να παραμείνει προσηλωμένος στο παιχνίδι.
Παράλληλα, ο Ισπανός γκολκίπερ μίλησε για την καθημερινότητά του στην Αθήνα, το έντονο οπαδικό πάθος που χαρακτηρίζει τις αναμετρήσεις στην Ελλάδα, αλλά και την απόφασή του να αφήσει την Μπαρτσελόνα για να αναζητήσει περισσότερο χρόνο συμμετοχής και έναν διαφορετικό ποδοσφαιρικό δρόμο.
Μεγάλο μέρος της συνέντευξης αναλώθηκε και στο πρώτο κλάσικο Μπαρτσελόνα-Ρεάλ Μαδρίτης για τη La Liga, το οποίο είναι προγραμματισμένο για σήμερα.
Αναλυτικά ο τερματοφύλακας του Παναθηναϊκού είπε:
Για τη ζωή στην Αθήνα:
«Μέχρι στιγμής είναι πολύ καλά. Ως προς το μέγεθος, το κλίμα, το φαγητό, τους ανθρώπους και την ποιότητα ζωής, μπορεί να συγκριθεί με μια πόλη όπως η Βαρκελώνη. Η γλώσσα είναι πολύ πιο δύσκολη και προς το παρόν συνεννοούμαι στα αγγλικά. Η εμπειρία είναι πολύ θετική και αγωνιστικά πηγαίνουμε καλά».
Για τη σχέση με τους οπαδούς εκτός γηπέδου:
«Εδώ είναι πολύ παθιασμένοι και όλα βιώνονται στα άκρα. Αν τα πράγματα πηγαίνουν καλά, όλα είναι υπέροχα, αλλά αν στραβώσουν, εμφανίζεται αμέσως η ένταση. Δεν βγαίνω πολύ, επειδή μένω σε μια οικιστική περιοχή και κάνω πολύ οικογενειακή ζωή, καθώς έχω ένα μικρό παιδί και περιμένω άλλο ένα τον Ιανουάριο. Η αντιπαλότητα γίνεται αισθητή σε κάθε βήμα, αλλά προσωπικά δεν είχα κανένα πρόβλημα στον δρόμο και ο κόσμος με αντιμετωπίζει με σεβασμό».
Για την ατμόσφαιρα στο ντέρμπι με τον Ολυμπιακό:
«Ήταν πολύ παρόμοια με όσα έζησα στην Τουρκία. Ήδη από τις προηγούμενες ημέρες καταλαβαίνεις ότι δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο παιχνίδι. Από πλευράς ατμόσφαιρας ήταν εντυπωσιακό, παρότι είχαμε τον κόσμο απέναντί μας. Χάσαμε 1-0 από μια μακρινή εκτέλεση φάουλ και μια δεύτερη μπάλα, αλλά ήταν ένα στραβοπάτημα, επειδή δεν δείξαμε την καλύτερη εκδοχή μας. Μέχρι τώρα έχουμε κερδίσει όλα τα παιχνίδια εκτός από εκείνο».
Για την παρουσία του Ερνάντεθ Ερνάντεθ στο ντέρμπι:
«Πριν από το παιχνίδι κοίταξα τις συνθέσεις και όταν είδα ποιος ήταν ο διαιτητής, εξεπλάγην αρκετά. Ήταν ο Ερνάντεθ Ερνάντεθ. Ρώτησα και μου είπαν ότι τα σημαντικά παιχνίδια, με τη μεγαλύτερη ένταση, τα διευθύνουν διαιτητές της UEFA, ώστε να αποφεύγονται οι υποψίες και οι εντάσεις. Το κάνουν εδώ και καιρό, με στόχο να αποφεύγονται τα προβλήματα».
Για τη συγκέντρωση του τερματοφύλακα σε μια τόσο φορτισμένη ατμόσφαιρα:
«Όταν φτάνει εκείνη η στιγμή, ξέρεις ήδη πού πηγαίνεις και τι θα συναντήσεις. Προσπαθείς να προετοιμαστείς καλύτερα, ώστε να μη χάσεις τη συγκέντρωσή σου. Προσπαθούν να εξαλείψουν τα καπνογόνα, επειδή οι αγώνες διακόπτονταν υπερβολικά συχνά και όλοι συμφώνησαν να σχηματίσουν κοινό μέτωπο. Η προσπάθεια συνεχίζεται, αλλά υπάρχει και το πρόβλημα με τα λέιζερ».
Για το αν τον σημάδευαν με λέιζερ στο Καραϊσκάκη:
«Ναι. Από τα 90 λεπτά, για περισσότερα από 70 με σημάδευαν από το απέναντι πέταλο, προσπαθώντας να μου αποσπάσουν την προσοχή. Χρειάστηκε να προσπαθήσω πολύ για να το βγάλω από το μυαλό μου, επειδή είναι δύσκολο να διακοπεί ο αγώνας και να εντοπιστεί αυτός που το κάνει. Έπρεπε να προσαρμοστώ, γιατί είναι πράγματα που δεν μπορώ να ελέγξω».
Για τη σύγκριση του ελληνικού ντέρμπι με το clasico:
«Ως προς την προβολή και την παγκόσμια απήχηση, προφανώς δεν συγκρίνονται, αλλά μπορεί να συγκριθεί με ένα Μπέτις–Σεβίλλη. Το γεγονός ότι οι ομάδες βρίσκονται στην ίδια πόλη κάνει την αντιπαλότητα πιο έντονη και το κλίμα αρχίζει να θερμαίνεται πολύ νωρίτερα. Ακόμη και όταν βρίσκεσαι στο ξενοδοχείο, οι αντίπαλοι οπαδοί πετούν κροτίδες. Αυτό που έζησα στο Καραϊσκάκη, από πλευράς πίεσης και ατμόσφαιρας, δεν το βλέπεις σε ένα clasico. Είναι ζήτημα κουλτούρας και πρέπει να προσαρμοστείς».
Για την αντιπαλότητα και στο μπάσκετ:
«Το μετατρέπουν σε προσωπικό ζήτημα. Είτε είσαι με εμάς είτε με τους άλλους. Το βλέπεις καθημερινά στον δρόμο. Όταν κυκλοφορείς με το αυτοκίνητο, βλέπεις συνθήματα στους τοίχους εναντίον των αντιπάλων και οι οπαδοί το βιώνουν με πολύ πάθος».
Για την κατάταξη των ντέρμπι σε Τουρκία, Ελλάδα και Ισπανία:
«Η κατάταξη, ως προς την ατμόσφαιρα στο γήπεδο και το πάθος, θα ήταν Τουρκία, Ελλάδα και Ισπανία, με αυτή τη σειρά, μιλώντας για παιχνίδια μεγάλης αντιπαλότητας όπως το Μπαρτσελόνα–Ρεάλ Μαδρίτης. Αυτά έζησα εγώ. Όσα λέγονται για την τουρκική κόλαση είναι απολύτως αληθινά».
Για την απόφαση να αποχωρήσει από την Μπαρτσελόνα:
«Ήταν δύσκολο να πάρω την απόφαση να φύγω, επειδή είχα έρθει παιδί και ένιωθα τον σύλλογο σαν το σπίτι μου. Ήταν περίπλοκο σε προσωπικό και οικογενειακό επίπεδο, αλλά ήθελα να δοκιμάσω μια νέα περιπέτεια στο εξωτερικό και να γνωρίσω μια άλλη κουλτούρα. Είχα ανάγκη να παίζω και να αισθάνομαι σημαντικός, έχοντας συνέχεια στις συμμετοχές μου. Ήταν ένα βήμα που ήθελα να κάνω. Η αλλαγή ήταν απότομη, αλλά η απόφαση ήταν σωστή».
Ο Πένια για το Μπαρτσελόνα-Ρεάλ Μαδρίτης
Για το ενδεχόμενο ορισμού ξένων διαιτητών στο clasico:
«Δεν το είχα σκεφτεί μέχρι να το ζήσω από κοντά, αλλά τώρα πιστεύω πως θα ήταν καλό. Είναι διαιτητές που βρίσκονται έξω από το περιβάλλον των δύο ομάδων και μου φαίνεται καλή πρωτοβουλία. Θα ήταν καλό να ορίζονται ξένοι διαιτητές σε ένα clasico.
Έχει λογική, επειδή είναι συνηθισμένοι να διευθύνουν ευρωπαϊκά παιχνίδια υψηλού επιπέδου και έτσι αποφεύγονται οι υποψίες. Επιπλέον, στα μάτια των οπαδών αποφορτίζεται η εικόνα τους από όσα μπορεί να υποψιάζεται ή να σκέφτεται κάποιος πριν από ένα τόσο σημαντικό παιχνίδι».
Για την ήττα με 4-1 στο πρώτο του clasico, στο Σούπερ Καπ της Σαουδικής Αραβίας:
«Ξεκίνησαν με δύο γρήγορα γκολ και δυσκολευτήκαμε πολύ. Ήταν δύσκολο να το διαχειριστούμε, αλλά έπρεπε να το αποδεχθούμε. Ήταν ένα σκληρό αποτέλεσμα. Ξέραμε ότι παίκτες όπως ο Βινίσιους ή ο Μπέλιγχαμ μπορούσαν να μας χτυπήσουν στην πλάτη της άμυνας και εκείνη την ημέρα γνωρίσαμε την πικρή πλευρά αυτών των τόσο έντονων αναμετρήσεων».
Για το αν η απουσία του Βινίσιους θα επηρεάσει την ατμόσφαιρα:
«Δεν το πιστεύω. Ένα clasico είναι πάντα το ίδιο, ανεξάρτητα από το ποιος παίζει. Δεν θα επηρεάσει».
Για τη νίκη με 4-0 στο Μπερναμπέου:
«Η κατάσταση ήταν πολύ διαφορετική σε σχέση με το προηγούμενο παιχνίδι. Βρισκόμασταν σε πολύ θετικό μομέντουμ. Ήμασταν πρώτοι στη La Liga, είχαμε νικήσει πειστικά την Μπάγερν με 4-1 στο Champions League και πήγαμε στο Μπερναμπέου με άλλη ψυχολογία. Κάναμε ένα σπουδαίο παιχνίδι και βγάλαμε από μέσα μας το αγκάθι της ήττας στη Σαουδική Αραβία».
Για το αν χάρηκε περισσότερο το 4-0 ή τη νίκη με 5-2 στο επόμενο Σούπερ Καπ:
«Ίσως το Σούπερ Καπ, επειδή ένας τελικός είναι ζήτημα ζωής και θανάτου και διακυβεύεται ένας τίτλος. Μια νίκη που σε κάνει πρωταθλητή τη γιορτάζεις περισσότερο».
Για τις προσδοκίες μιας ευρείας νίκης της Μπαρτσελόνα:
«Ίσως πρόκειται για τα δύο καλύτερα ρόστερ στον κόσμο, αλλά είναι αλήθεια ότι οι δύο ομάδες βρίσκονται σε διαφορετική φάση. Η Ρεάλ έχει παίκτες όπως ο Εμπαπέ ή ο Μπέλιγχαμ, που μπορούν να κάνουν τη διαφορά, αλλά η Μπαρτσελόνα, παρά την ήττα στο Παρίσι, δείχνει απίστευτη σταθερότητα, με μεγάλες νίκες σε κάθε παιχνίδι. Δημιουργεί πάρα πολλές ευκαιρίες και αυτό αποτελεί εγγύηση. Τώρα όλα κυλούν ομαλά και η ομάδα βρίσκεται σε εξαιρετική κατάσταση. Ελπίζω να νικήσει η Μπαρτσελόνα».
Για το αν το παιχνίδι μπορεί να εξελιχθεί σε αγωνιστική κόλαση για τη Ρεάλ:
«Φυσικά. Με το σερί που έχει η Μπαρτσελόνα και με το παιχνίδι στο Καμπ Νου, θα πιέσει τη Ρεάλ από την αρχή, έχοντας την ατμόσφαιρα υπέρ της και γνωρίζοντας ότι ο αντίπαλος δεν βρίσκεται στην καλύτερή του κατάσταση».
Για τη θέση της Μπαρτσελόνα στην ευρωπαϊκή ελίτ:
«Δεν μπορώ να παρακολουθώ όλα τα παιχνίδια των μεγάλων ομάδων, αλλά είναι σίγουρα ανάμεσα στις δύο ή τρεις καλύτερες, μαζί με την Παρί Σεν Ζερμέν. Έχουν εντυπωσιακή ατομική ποιότητα και δημιουργούν τόσες ευκαιρίες, ώστε ακόμη κι αν δεχθούν πρώτοι γκολ ή βρεθούν δύο τέρματα πίσω, ξέρουν ότι μπορούν να γυρίσουν τα παιχνίδια, επειδή αισθάνονται ανώτεροι και τα αποτελέσματα τους δικαιώνουν.
Αυτό το βλέπεις και το αισθάνεσαι. Μπαίνουν στο γήπεδο γνωρίζοντας ότι μπορούν να πετύχουν πολλά γκολ. Θα έρθει και το αρνητικό σερί, αλλά τώρα νιώθουν ανώτεροι από τους υπόλοιπους και το εκμεταλλεύονται. Αν μπορούν να σε τελειώσουν, θα το κάνουν».
Για τις πρώτες στιγμές του Λαμίν Γιαμάλ στην πρώτη ομάδα:
«Όταν ήρθε, στα 15 του, υπήρχαν πολλοί νεαροί στην ομάδα, κάτι που δεν συνέβαινε όταν ανέβηκα εγώ. Το αντιλήφθηκε και το αξιοποίησε. Είχε απίστευτο θράσος από την πρώτη στιγμή. Ήθελε αμέσως να κάνει “ποδιές” σε έμπειρους παίκτες όπως ο Ζόρντι Άλμπα ή ο Σέρτζι Ρομπέρτο. Έμοιαζε σαν να ήταν εκείνος ο βετεράνος και οι άλλοι οι πρωτάρηδες. Αυτή την αυτοπεποίθηση την είχε πάντα».
Για τις μονομαχίες του Γιαμάλ με τους τερματοφύλακες στις προπονήσεις:
«Μας έβγαζε από τα ρούχα μας, επειδή ήταν διαφορετικός. Στους μικρούς χώρους και στη λήψη αποφάσεων φαινόταν από την πρώτη στιγμή ότι βρισκόταν πάνω από τους περισσότερους. Επιπλέον, είχε πάντα έντονη προσωπικότητα, αφού στα 17 του έπαιρνε ήδη την ομάδα στις πλάτες του σε πολλά παιχνίδια. Είναι πράγματα που δεν βλέπαμε πριν από κάποια χρόνια. Είναι κάπως υπεράνθρωπο».
Για τους παίκτες που θεωρεί ότι θα ταίριαζαν στην Μπαρτσελόνα:
«Σίγουρα ο Αρντά Γκιουλέρ και ο Μπερνάρντο Σίλβα».
Για το ποιος παίκτης της Μπαρτσελόνα θα ταίριαζε στη Ρεάλ:
«Αν είχαν τον Λαμίν, θα τον αξιοποιούσαν στο 100%, αλλά με βάση τη φιλοσοφία τους, το κάθετο παιχνίδι, την επίθεση στους χώρους και την αμεσότητα, θα ταίριαζε πολύ ο Ραφίνια».
Για την κορυφαία τριάδα τερματοφυλάκων στον κόσμο:
«Με βάση το προσωπικό μου γούστο, πρώτος ο Ζοάν Γκαρθία και στη συνέχεια ο Σαφόνοφ της Παρί Σεν Ζερμέν και ο Νταβίντ Ράγια».
Για την απουσία του Κουρτουά από τις επιλογές του:
«Το στυλ του Κουρτουά είναι διαφορετικό από το δικό μου. Έχουμε διαφορετικές ικανότητες. Εκείνος έχει ένα χάρισμα, με τέτοια ευκινησία παρότι είναι τόσο ψηλός, αλλά με βάση τη δική μου φιλοσοφία και τα στοιχεία στα οποία δίνω μεγαλύτερη προσοχή, επιλέγω τους τρεις που ανέφερα».